Ο πληθυντικός των αναγκών

Ο πληθυντικός των αναγκών

Θέλω, θέλεις, θέλει. Θέλουμε, θέλετε, θέλουν.

Κάνω, κάνεις, κάνει. Κάνουμε, κάνετε, κάνουν.

Έτσι μαθαίνουμε στο σχολείο τις κλίσεις των ρημάτων. Ψάχνουμε το υποκείμενο και την αντιστοιχία του με το ρήμα. Είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε για τη σύνταξη μίας πρότασης. Τι γίνεται, όμως, και χρησιμοποιούμε ασύμφωνα τις λέξεις αυτές στην καθημερινή μας ζωή;

Ξεκινήσαμε σχολείο.

Έχουμε κοπέλα τώρα.

Μπήκαμε στην εφηβεία.

Αυτός ο πληθυντικός αριθμός ποιους αφορά; Ποιος περατώνει το σχετικό εγχείρημα: το παιδί ή ο γονέας;

Εμείς και εμείς

Συχνά τα άτομα χρησιμοποιούν την έννοια του εμείς για να προσδιορίσουν ένα συλλογικό βίωμα. «Μας αρέσει ο κινηματογράφος», λέει ένα ζευγάρι και εννοεί το κοινό ενδιαφέρον των δύο συντρόφων για την 7η τέχνη. «Είμαστε ολυμπιακοί», ισχυρίζεται ένας έφηβος σε αναφορά των καταβολών της αθλητικής του προτίμησης.

Ένα άτομο που ανήκει σε μία ομάδα τείνει να κάνει χρήση του πληθυντικού αριθμού, αναγνωρίζοντας εαυτόν ως μέρος της. Το μοίρασμα ενισχύει μία ανθρώπινη σχέση. Τι διαφορετικό, λοιπόν, έχει ο πληθυντικός του «διαβάσαμε» από τον ενικό του «διάβασα» στην αναφορά της μελέτης ενός μαθητή;

Από την αρχή της ζωής, το βρέφος και οι γονείς μοιράζονται εμπειρίες που αφορούν το ίδιο. Το ταΐζουν («φάγαμε»), το κοιμίζουν («κοιμηθήκαμε»), το πηγαίνουν στον παιδίατρο («πήγαμε στη γιατρό μας»). Οι γονείς συμμετέχουν σε κάποιες εμπειρίες του, ως καθοδηγητές ή συνοδοί – μήπως όμως κάποιες φορές παρεμβαίνουν περισσότερο από ότι χρειάζεται; «Κάναμε εμβόλιο»: ποιο το βίωμα του γονέα και ποιο του παιδιού;

Εσύ και εγώ

Οι γονείς προσπαθούν να αναγνωρίσουν τις επιθυμίες του ανηλίκου και να τις εκπληρώσουν, να αφουγκραστούν τις δυσκολίες του και να τον ανακουφίσουν. Η εποπτεία είναι απαραίτητη τα πρώτα χρόνια της ζωής αλλά σιγά σιγά χρειάζεται να γίνεται από μεγαλύτερη απόσταση.

Η συναισθηματική αυτονόμηση είναι κάτι παραπάνω από την ανεξαρτησία. Αφορά στην προετοιμασία του παιδιού από την οικογένεια για να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της ζωής στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται όταν οι γονείς συμπεριφέρονται στο παιδί ως ξεχωριστή μονάδα, διαφοροποιώντας το εσύ από το εμείς και επιτρέποντας σε εκείνο να υπάρχει ως μία αυτοτελής οντότητα. Η οπτική του παιδιού ως μία προέκταση του γονιού δημιουργεί σε εκείνο άγνοια των δικών του δυνάμεων και μειωμένη αυτοπεποίθηση.

Μην κλέβεις τον κεραυνό μου

Συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό σε μία συναισθηματική κατάσταση ή σε μία συμπεριφορά ενός παιδιού (π.χ. γύρω από τη μελέτη, τις σχέσεις, τη συμμετοχή σε εξετάσεις), στερούμε από εκείνο την αποκλειστικότητα της εμπειρίας: σε ένα πόνημα συμμετείχε και κάποιος άλλος, στον οποίο εξίσου ανήκει η προσπάθεια αλλά και το αποτέλεσμα αυτής.

Στην αγγλική γλώσσα, υπάρχει ο ιδιωματισμός «κλέβω τον κεραυνό κάποιου» (μτφ: to steal someone’s thunder) και αναφέρεται στην πράξη της οικειοποίησης μίας ξεχωριστής στιγμής ενός άλλου ατόμου. Ως ενήλικες, όταν συμπεριλαμβάνουμε τον εαυτό μας στην πράξη ενός παιδιού, είτε αυτή είναι θετικά, αρνητικά ή ουδέτερα χρωματισμένη, ‘σφετεριζόμαστε’ μία μοναδική, προσωπική εμπειρία.

Ας μην του στερούμε τη δυνατότητα να εξελίσσεται μέσα από τις επιτυχίες του, να μαθαίνει μέσα από τα λάθη του.