Η αποφυγή αποτελεί μία μέθοδο διαχείρισης ενός προβλήματος που χαρακτηρίζεται συνήθως από χρονιότητα λόγω της συνεχής αναβολής αντιμετώπισής του.
Η αναβολή μπορεί να αφορά σε ζητήματα πιο συγκεκριμένα (όπως την ολοκλήρωση μίας πτυχιακής εργασίας ή την εκμάθηση οδήγησης ή την απώλεια βάρους) ή σε πιο γενικά (όπως η αποφυγή αντιμετώπισης αρνητικών συναισθημάτων μετά από μία απώλεια).
Η αποφυγή στην κλειστοφοβία συχνά αφορά στην μη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, στην κοινωνική έκθεση στην άρνηση συμμετοχής σε παρουσιάσεις, στην κατάθλιψη στην αναγνώριση του προβλήματος.
Φυγή ή πάλη;
Οι άνθρωποι αποφεύγουν γιατί ανησυχούν υπερβολικά ότι η αναμέτρηση με ένα ζήτημα θα τους προκαλέσει ένα μεγαλύτερο βαθμό δυσφορίας από αυτό που μπορούν να αντέξουν και να διαχειριστούν. Η άρνηση του προβλήματος ή η αποφυγή ενασχόλησης με αυτό μοιάζει να αποτελεί μία λύση, αν και προσωρινή. Μία ιατρική εξέταση, η προετοιμασία για ένα διαγώνισμα, μία αθλητική προπόνηση αλλά και η έναρξη της ψυχοθεραπείας αποτελούν μερικές μόνο από τις καταστάσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρόκληση – κίνδυνος για το άτομο που έχει συνηθίσει να ζει με ένα πρόβλημα.
Προστασία ή απειλή;
Είναι φυσιολογική η τάση του ανθρώπου να επιθυμεί να αποφύγει ερεθίσματα που προκαλούν πόνο, σωματικό ή ψυχικό. Όταν όμως η αποφυγή γίνεται μία χρόνια πρακτική, έχει πράγματι προστατευτική αξία;
Έστω κι αν η αναβολή ανακουφίζει το άτομο, η γνώση ότι το πρόβλημα δεν έχει λυθεί, συνεχίζει να το διαταράσσει. Τα αρνητικά συμπτώματα αφορούν σε έντονο άγχος, ενοχή καθώς και σε αρνητικές σκέψεις ως προς την εξέλιξη του προβλήματος, συνθέτοντας μία απαισιόδοξη προοπτική για το μέλλον. Ο χρόνος που περνά, μεγεθύνει την πεποίθηση αδυναμίας και ανεπάρκειας μπροστά στις δυσκολίες. Αν η αναμέτρηση με το πρόβλημα, ομοιάζει με την ανάβαση σε ένα βουνό, τότε το άτομο χρειάζεται να προσανατολιστεί στο να αναλάβει το ίδιο δράση κάνοντας ένα βήμα τη φορά και αναζητώντας το δικό του ρυθμό.


