Ο πληθυντικός των αναγκών

Ο πληθυντικός των αναγκών

Θέλω, θέλεις, θέλει. Θέλουμε, θέλετε, θέλουν.

Κάνω, κάνεις, κάνει. Κάνουμε, κάνετε, κάνουν.

Έτσι μαθαίνουμε στο σχολείο τις κλίσεις των ρημάτων. Ψάχνουμε το υποκείμενο και την αντιστοιχία του με το ρήμα. Είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε για τη σύνταξη μίας πρότασης. Τι γίνεται, όμως, και χρησιμοποιούμε ασύμφωνα τις λέξεις αυτές στην καθημερινή μας ζωή;

– Ξεκινήσαμε Σχολείο.

– Ποιοι;

– Ο Γιώργος.

Προς τι, λοιπόν, ο πληθυντικός; Σε τι αναφέρεται; Συνεχίζεται και με παρόμοιους τρόπους:

Δεν μας αρέσουν τα μαθηματικά.

Έχουμε κοπέλα τώρα.

Μπήκαμε στην εφηβεία.

Αυτός ο πληθυντικός αριθμός ποιους αφορά; Ποιος περατώνει το σχετικό εγχείρημα: το παιδί ή ο γονέας;

Εμείς και εμείς

Συχνά τα άτομα χρησιμοποιούν την έννοια του εμείς για να προσδιορίσουν ένα συλλογικό βίωμα. «Μας αρέσει ο κινηματογράφος», λέει ένα ζευγάρι και εννοεί το κοινό ενδιαφέρον των δύο συντρόφων για την 7η τέχνη. «Είμαστε ολυμπιακοί», ισχυρίζεται ένας έφηβος σε αναφορά των καταβολών της αθλητικής του προτίμησης.

Ένα άτομο που ανήκει σε μία ομάδα τείνει να κάνει χρήση του πληθυντικού αριθμού, αναγνωρίζοντας εαυτόν ως αναπόσπαστο μέρος της. Η αίσθηση του μοιράσματος αποτελεί την πιο ευνοϊκή συνθήκη που εκπορεύεται από τη συμμετοχή σε μία ομάδα. Τι διαφορετικό, λοιπόν, έχει ο πληθυντικός του «διαβάσαμε» από τον ενικό του «διάβασα» στην αναφορά της μελέτης ενός μαθητή; Για ποιο λόγο η ανάγκη του παιδιού χρειάζεται να εκφέρεται στο δεύτερο ενικό πρόσωπο («πέρασες καλά;» αντί του «περάσαμε καλά;»); Ποια είναι η ανάγκη του ενήλικα και ποια η επιθυμία του ανηλίκου; Εν όψει πανελληνίων εξετάσεων, και οι δύο διάβασαν / αγχώθηκαν / πέρασαν στο πανεπιστήμιο; Με τον ίδιο τρόπο λειτούργησαν οι υποψήφιοι και τα μέλη της οικογένειας; Πού σταματούν οι ανάγκες του παιδιού και πού ξεκινούν οι ανάγκες του γονέα;

Εσύ και εγώ

Οι γονείς προσπαθούν να αφουγκραστούν τις δυσκολίες του παιδιού τους και να το ανακουφίσουν, να αναγνωρίσουν τις επιθυμίες του και να τις εκπληρώσουν. Η εποπτεία των γονέων είναι απαραίτητη τα πρώτα χρόνια της ζωής αλλά σιγά σιγά χρειάζεται να γίνεται από μεγαλύτερη απόσταση.

Η συναισθηματική αυτονόμηση είναι κάτι παραπάνω από την ανεξαρτησία. Αφορά στην προετοιμασία του παιδιού από την οικογένεια για να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της ζωής στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται όταν οι γονείς συμπεριφέρονται στο παιδί ως ξεχωριστή μονάδα, διαφοροποιώντας το εσύ από το εμείς και επιτρέποντας σε εκείνο να υπάρχει ως μία άλλη οντότητα. Η οπτική του παιδιού ως μία προέκταση του γονιού δημιουργεί στον νέο άνθρωπο άγνοια των δικών του δυνάμεων και μειωμένη αυτοπεποίθηση.

Μην κλέβεις τον κεραυνό μου

Συμπεριλαμβάνοντας τον ενήλικο εαυτό σε μία συμπεριφορά ή σε μία συναισθηματική κατάσταση ενός παιδιού (μελέτη, σχέσεις με το ίδιο ή το αντίθετο φύλο, συμμετοχή σε εξετάσεις, κα), στερούμε από εκείνο την αποκλειστικότητα της εμπειρίας. Αυτό συνεπάγεται ότι σε ένα πόνημα υπήρξε και κάποιος άλλος που ισάξια προσπάθησε, πέτυχε, απέτυχε, ένιωσε, σκέφτηκε και συμμετείχε στο αποτέλεσμα.

Στην αγγλική γλώσσα, υπάρχει ο ιδιωματισμός «κλέβω τον κεραυνό κάποιου» (μτφ: to steal someone’s thunder) και αναφέρεται στην πράξη της οικειοποίησης μίας ξεχωριστής στιγμής ενός άλλου ατόμου. Ως ενήλικες, όταν συμπεριλαμβάνουμε τον εαυτό μας στην πράξη ενός παιδιού, είτε αυτή είναι θετικά, αρνητικά ή ουδέτερα χρωματισμένη, αφαιρούμε αυτόματα ένα ποσοστό από τη μοναδικότητα της εμπειρίας του.

Ας μην του στερούμε αυτή τη δυνατότητα: να εξελίσσεται μέσα από τις επιτυχίες του, να μαθαίνει μέσα από τα λάθη του.