Να χωρίσω ή να παντρευτώ;

Να χωρίσω ή να παντρευτώ;

Αυτό το παράδοξο δίλημμα αφορά σε ένα μέρος του ενήλικου πληθυσμού που είναι προβληματισμένο με τη σχέση του και δυσκολεύεται να πάρει μία θέση προς τη πλευρά του μαζί ή προς την πλευρά του χωριστά. Αυτό συμβαίνει συχνά γιατί η σχέση μπορεί να είναι, κάποιες φορές, ικανοποιητική, ενώ άλλες, δύσκολη για τον ένα ή και για τους δύο συντρόφους.

Οι αδύνατες ερωτήσεις

Είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στο χωρισμό και στο γάμο. Αυτό το δίλημμα είναι αδύνατον να απαντηθεί καθώς αυτές οι θέσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Εξίσου αδύνατη είναι η απάντηση των παρακάτω ερωτήσεων:

  • Και αν το μετανιώσω;
  • Αν χωρίσω, θα βρω κάποιον / κάποια να με αγαπήσει έτσι;
  • Μήπως είναι η ιδέα μου ότι έχουμε πρόβλημα;
  • Μήπως όλα τα ζευγάρια έχουν τα ίδια προβλήματα;
  • Οι φίλοι μου έχουν δίκιο που με συμβουλεύουν να … ;
  • Θα είναι καλύτερη η ζωή μου στο μέλλον;

Αντίθετα, οι ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν είναι:

  • Οι βασικές δυσκολίες μας μπορούν να ξεπεραστούν;
  • Πόσο διάστημα ακόμα θέλω να δώσω στην προσπάθεια;
  • Τι αλλαγές μπορώ να κάνω εγώ στο διάστημα αυτό;
  • Ποιες είναι οι ενδείξεις σήμερα ότι το χωριστά είναι η καλύτερη επιλογή για μένα;
  • Είμαι διατεθειμένος να πάρω το ρίσκο αυτό;

 

Προς μία απόφαση

Αν κανείς δυσκολεύεται να χωρίσει σε μία σχέση που δεν έχει επισημοποιηθεί και νομικά επικυρωθεί, ούτε έχουν υπάρξει περαιτέρω δεσμεύσεις καθώς και παιδιά, είναι πολλαπλάσια δύσκολο να χωρίσει με την ύπαρξη αυτών. Κατά τη διαδικασία του επίσημου χωρισμού, ένας από τους δύο συντρόφους, συχνά ο πατέρας, απομακρύνεται από τη σύντροφό του και τα παιδιά, στερούμενος τη δυνατότητα να συμμετέχει στην καθημερινότητά τους. Η απώλεια είναι εκτενέστερη και τα θιγόμενα μέρη, περισσότερα.

Αν ο ένας σύντροφος ή και οι δύο, παραμένουν για ένα διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου στη δυσχερή θέση να μη μπορούν να βελτιώσουν την επικοινωνία τους αλλά ταυτόχρονα να δυσκολεύονται να τερματίσουν τη σχέση, ίσως χρειάζεται να αναζητήσουν ατομικά ή μαζί τη βοήθεια ενός ειδικού. Η θεραπευτική διαδικασία έχει ως στόχο την αναγνώριση των συναισθηματικών αναγκών που συντελούν στο «σχεσιακό αδιέξοδο» και στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης προκειμένου το άτομο ή το ζευγάρι να μετακινηθεί από αυτό και να κατευθυνθεί προς πιο βοηθητικές επιλογές, π.χ. να βελτιώσει τη σχέση, να προετοιμαστεί για την αποδέσμευση με τη βεβαιότητα ότι έχει προσπαθήσει, να αντέξει τη διαφορετικότητα του άλλου, ή οτιδήποτε ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του στο παρόν.