(Δεν) Μιλώντας για τις απώλειες

(Δεν) Μιλώντας για τις απώλειες

Αποχωρισμός, ασθένεια, θάνατος: θέματα που αν και απασχολούν έντονα τους ανθρώπους, με ανακούφιση εκείνοι αποφεύγουν την αναφορά σε αυτά. «Έλα, ας μη συζητάμε τέτοια», λέγεται συχνά όταν ένα δύσκολο θέμα ανακύπτει, βάζοντας μία τελεία στην εισροή αρνητικών παραστάσεων και, στη συνέχεια, προλειαίνοντας το έδαφος για την αναφορά σε οτιδήποτε μοιάζει περισσότερο εφικτό στη διαχείρισή του από μία απώλεια.

Μπρος θυμός και πίσω θλίψη

Είναι εύκολο το να μη μιλάμε για τις απώλειες, είτε έχουν ήδη συμβεί, είτε αναμένονται. Καθώς όμως εκείνες ρίχνουν τη σκιά τους στη ζωή, μοιάζει αδύνατον να τις αγνοήσουμε.

Ένας άνθρωπος που έχει υποστεί μία απώλεια, πραγματική ή συμβολική, κινείται συχνά ανάμεσα στη θλίψη και στο θυμό, σε μία προσπάθεια διαπραγμάτευσης του πένθους στον παρόντα χρόνο, στο χρόνο ενός επώδυνου συμβάντος. Το «παζάρεμα» αυτό αποτελεί έναν τρόπο επεξεργασίας των σκέψεων και των συναισθημάτων, προκειμένου να κατασκευαστεί ένα νέο νόημα, σύμφωνο με τα νέα δεδομένα ζωής.

Το «κουράγιο» και η «δύναμη» δεν συνδέονται με την επίδειξη της λύπης. Οι ενήλικες δεν χρειάζεται να κρύβουν τα συναισθήματά τους, οι γονείς δεν χρειάζεται να αφήνουν τα παιδιά έξω από μία δύσκολη στιγμή για μία οικογένεια. Η έλλειψη πληροφόρησης δεν είναι προστασία. Μόνο σε περιπτώσεις έντονων αντιδράσεων (οδυρμός, έκρηξη οργής, εμπλοκή του νόμου) οι ανήλικοι πρέπει να προστατεύονται. Οι γονείς χρειάζεται να αξιολογούν κάθε φορά ποιες πληροφορίες είναι κατάλληλο να κοινοποιούνται στα παιδιά.

Μιλώντας για την απώλεια

Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται για τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θα ανακοινώσουν στα παιδιά τους ένα άσχημο νέο. Τα λόγια δεν χρειάζεται να είναι πολλά, αλλά η επιλογή των λέξεων θέλει προσοχή.

Μία αρνητική είδηση μπορεί να διατυπωθεί με ένα σύντομο πρόλογο. Μία εκτενής εισαγωγή θα αυξάνει την ένταση στα παιδιά. Ο γονέας μπορεί να πει «έχω κάτι πολύ δυσάρεστο να σου πω…» και μετά να μιλήσει για το συμβάν.

Αν πρόκειται για ένα θάνατο, η αναγγελία μπορεί να γίνει από τον ένα ή και τους δύο γονείς, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Ο πιο κατάλληλος όρος είναι «πέθανε» ενώ άλλοι όροι όπως «έφυγε», «κοιμήθηκε», «πήγε στον ουρανό» ή «ήταν καλός και τον πήρε ο Θεός κοντά του» μπορεί να δημιουργήσουν επιπρόσθετη αγωνία. Αν ένα πρόσωπο «έφυγε», δημιουργείται στο παιδί άγχος για κάθε απομάκρυνση των κοντινών του προσώπων. Αν «κοιμήθηκε», το άγχος έρχεται να πλαισιώσει τη βραδινή (και όχι μόνο) κατάκλιση. Αν «πήγε στον ουρανό», δημιουργείται η αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί συνέχεια από ψηλά, οπότε εκείνο πρέπει να είναι φρόνιμο και ενάρετο. Τέλος, αν ειπωθεί ότι ο άνθρωπος που πέθανε «ήταν καλός και τον πήρε ο Θεός κοντά του», ποιος ο λόγος να προσπαθήσει το ίδιο να είναι «καλό»; Μήπως, η «καλοσύνη» θα το καταστήσει πιο ευάλωτο;

Ενοχή

Συχνά, μία απώλεια – και ιδίως ο θάνατος – δημιουργεί ενοχή. Η ενοχή συνδέεται με την αίσθηση ότι δεν υπήρξε αρκετός χρόνος για απόδειξη αγάπης αλλά και για συμφιλίωση για τις άσχημες στιγμές του παρελθόντος. Το πρόσωπο που πέθανε, είχε στεναχωρηθεί από εμάς και πια είναι πολύ αργά για άλλα λόγια. Όμως, ο θυμός και οι αρνητικές σκέψεις δεν κάνουν τους ανθρώπους να πεθαίνουν. Για το λόγο αυτό, η φράση «εσύ θα με πεθάνεις» θα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται, ειδικά σε παιδιά. Η ενοχή που βαραίνει ένα γιο ή μία κόρη ότι θα συμβάλλει στο θάνατο του γονιού του με τη συμπεριφορά του, είναι δυσβάστακτη.

Ασφάλεια, ξανά

Η ασφάλεια που μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά, είναι η ίδια ασφάλεια που μπορούμε να προσφέρουμε στον εαυτό μας. Η ασφάλεια ότι θα έχουμε γύρω μας ανθρώπους που μας αγαπούν και θα μας βοηθήσουν να «τα καταφέρουμε», να επιβιώσουμε και να συμπληρώσουμε την απώλεια, με καλή ζωή. Και αυτή η καλή ζωή, είναι ένα ελιξίριο με διαφορετικά συστατικά για τον καθένα.

Η επιλογή του «να ζήσω, πριν πεθάνω» μοιάζει καλύτερη από την επιλογή «να φοβάμαι μη πεθάνω, πριν πεθάνω». Ένα ερώτημα μένει, λοιπόν, να απαντηθεί: «πώς θέλω να ζήσω;»